Ημισέληνος

Στα πλαίσια μιας άσκησης στο Μικρό Πολυτεχνείο, όπου το θέμα της άσκησης ήταν να γράψουμε ένα παραμυθοτράγουδο, με ήρωα, τόπο, δράση, χρόνο, τρόπο. Προέκυψε αυτό εδώ το τραγούδι.

Ένα παιδί απόδημο με τσάντα και σανδάλια
στο δρόμο βγαίνει για να δει ελεύθερα φεγγάρια
Τετάρτη είναι το πρωί στην έρημη την Πόλη
δερβένι φτάνει απ’ νωρίς την κατακλύζει όλη

Καθώς αρχίζει διαδρομή θυμάται την πατρίδα
αυτή που έμεινε μικρή, μικρή και η ελπίδα
να ψάχνει για παράσημο σε ξένη χώρα μέσα
τώρα που γύμνωσε η κάρδια και χάθηκε η μπέσα

Δεύτερη νύχτα μοναχό ιδρώνει και κοιμάται
η σκέψη η κατεχόμενη στα σύνορα πλανάται
έχει μαζί του τον καιρό άρχισαν τα μελτέμια
οι φόβοι του λυθήκανε του χάρισαν τα γκέμια

Στον άλλο λόφο συναντά ένα μεγάλο φράχτη
που τον κεντά με κούραση το ξύλινο αδράχτι
στη λίμνη Ασκεχίρ βουτά, να πνίξει το καημό του
που έγινε το φυλακτό στο καθαρό λαιμό του

Μες στου Βοσπόρου τα στενά τα ψίχουλα στερεύουν
τώρα φυσά απ’ το Νοτιά οι άνεμοι θεριεύουν
μιλά με ξένους, με φτωχούς, λογάδες και μπεκρήδες
στο νου του έρχονται ξανά χαμένες Ατλαντίδες

Τα κλάματα στις κώχες του ποτίζουν το σκοτάδι
και στης Αλάνιας το πορθμό ψάχνει να βρει καράβι
το σπιτικό του νοσταλγεί που άφησε ξωπίσω
μα ’ναι μπροστά το σπιτικό θαμμένο μες το γείσο

Ο λογισμός του πάτησε στο υπόδουλο το χώμα
αντί να γίνει ο σεβντάς του χάραξε το σώμα
της Λευκωσίας τα βουνά απλώνονται σα χέρι
που οι κορφές μοιράζονται το ίδιο το αστέρι

Πάνω στη δίκοπη γραμμή στέκει απορριμμένο
πως γίνεται ένα νησί να μένει χωρισμένο
και πως το τέμνει η βροχή της θάλασσας τ’ αγιάζι
που με της Κύπρου το κορμί κανένα δε το μοιάζει