Το αγόρι και η χιονόμπαλα

Μια φορά κι έναν καιρό χιόνισε σε ένα μέρος που πολύ σπάνια χιονίζει. Όλα τα παιδιά βγήκανε στο δρόμο για να δουν, αλλά και να παίξουν με το χιόνι. Τα περισσότερα φτιάχνανε χιονάνθρωπους, άλλα παίζανε χιονοπόλεμο και άλλα ξαπλώνανε στο έδαφος και σχημάτιζαν “αγγέλους”.

Ένα παιδί όμως δεν είχε παρέα και κατά συνέπεια κάποιον να παίξει, έτσι, έπαιρνε το χιόνι που περίσσευε από τους χιονάνθρωπους, από το χιονοπόλεμο και από τα σχήματα των “αγγέλων” και άρχισε να φτιάχνει μια χιονόμπαλα.

Μιας και τα παιδιά που ήταν τριγύρω ήταν πολλά, έφτιαξε μια τεράστια χιονόμπαλα. Τόσο μεγάλη σαν το ανάστημά του. Ύστερα, κάπου στο κέντρο και αριστερά της χιονόμπαλας χάραξε με το δάκτυλό του μια καρδιά. Για εκείνον εκείνη η χιονόμπαλα ήταν ο φίλος που δεν είχε ποτέ.

Το παιδί πήγαινε κάθε μέρα στη χιονόμπαλα για να δει τι κάνει και πως είναι. Ακόμα, τη χάιδευε και της μιλούσε με τις ώρες. Όμως, όπως ήταν φυσικό τις επόμενες μέρες το χιόνι έλιωσε. Μαζί του και οι χιονάνθρωποι αλλά και το χιόνι από το χιονοπόλεμων, αλλά και το χιόνι από τα φτερά των “αγγέλων.

Η μεγάλη χιονόμπαλα του αγοριού όμως παρέμεινε εκεί. Όπως ακριβώς ήταν και την πρώτη μέρα. Κάτασπρη και γυαλιστερή. Ακόμα και το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς το σχήμα της και η ομορφιά της δεν άλλαξαν.

Σε πείσμα των καιρών και ενάντια στους νόμους της φύσης, η χιονόμπαλα ήταν εκεί για να κάνει παρέα στο αγόρι.