Φοβάμαι τους συγγραφείς που έχουν μεγαλύτερο βιογραφικό από την ιστορία που θέλουν να πουν.
Φοβάμαι τη στημένη θλίψη και τη μελαγχολία βιτρίνας που ποζάρει στα προφίλ τους.
Φοβάμαι όσους γράφουν χωρίς να έχουν ερωτευτεί ποτέ·
και όσους είναι ανυπόφοροι από τη στοργή — όπως θα έλεγε κι ο Σεφέρης.
Φοβάμαι εκείνους που στην εκδήλωση προς τιμήν τους κουβαλάνε συγγενείς για να γεμίσει η αίθουσα.
Εκείνους που το μόνο άγχος του βιβλίου τους είναι πώς θα γίνει βιτρίνα
και πώς θα λέγεται το επόμενο best seller.
Φοβάμαι τους συγγραφείς με τρεις εκδοτικούς στην πλάτη,
έτοιμο όνομα πριν γραφτεί η πρώτη αληθινή σελίδα,
και γενεαλογικό δέντρο πιο δυνατό από την πρόζα τους.
Φοβάμαι κι εκείνους που οι μόνοι φίλοι που είχαν ποτέ
ήταν οι ήρωες από κάποιο βιβλίο.
Φοβάμαι, τέλος, τους συγγραφείς που έμαθαν πότε να φαίνονται ευάλωτοι
και πότε να σωπαίνουν·
όχι επειδή δεν είχαν τι να πουν,
αλλά επειδή δεν συνέφερε.
Στον αντίποδα, με φοβίζει εξίσου η μιζέρια όσων λένε
πως για όλα φταίνε οι εκδοτικοί.
Αλλά περισσότερο απ’ όλους,
φοβάμαι εμένα.




