Ο ΣκαντζΌΧΙρος

Το μικρό «ίσως» που αλλάζει μεγάλα πράγματα

Μια φορά κι έναν καιρό,
υπήρχε ένας σκαντζόχοιρος που έλεγε συνέχεια “όχι”.

Όχι πριν από κάθε ερώτηση.
Όχι χωρίς λόγο.
Όχι ακόμα κι όταν κανείς δεν του μιλούσε.

Κάθε βράδυ μετρούσε τα “όχι” του:
Δέκα… έντεκα… δώδεκα.
Αν έφτανε τα δεκατέσσερα, κοιμόταν καλύτερα.
Ή έτσι νόμιζε.

Κάθε “όχι” έκανε τα αγκάθια του λίγο πιο μεγάλα.
Στην αρχή δεν το κατάλαβε.

Ύστερα δυσκολευόταν να χωρέσει κάτω από το πεύκο.
Ύστερα να ξαπλώσει.
Ύστερα να δει μπροστά.
Και καμιά φορά, πονούσε χωρίς να ξέρει γιατί.

Άλλοι μέτραγαν στιγμές·
εκείνος “όχι”.
Κι όμως, συνέχισε να λέει “όχι”.
Ήταν η δικιά του “πανοπλία”.

Μια μέρα, μια νυφίτσα πέρασε από δίπλα του.
«Θες να πάμε μια βόλτα;» ρώτησε.

«Όχι», απάντησε εκείνος –
και τα αγκάθια του ψήλωσαν λίγο ακόμη.

Η νυφίτσα δεν έφυγε.
«Εντάξει», είπε απλά.
«Κάθομαι λίγο εδώ.»

Ο σκαντζόχοιρος ανασήκωσε τα αγκάθια του.
«Δεν σε ενοχλώ;», ρώτησε δειλά.

Η νυφίτσα χαμογέλασε απαλά.
«Εγώ κοιτάω την καρδιά, όχι τα αγκάθια», είπε.
«Κι εμένα με έβγαλαν “ναιφίτσα”, ξέρεις… παλιά έλεγα συνέχεια “ναι”.»

Ο σκαντζόχοιρος έμεινε ακίνητος.
Για μια στιγμή δεν βρήκε απάντηση.
Ήταν η πρώτη φορά που το “όχι” κόλλησε στον λαιμό του.

Κάθισαν κάτω από το πεύκο.
Μια στιγμή πέρασε.
Ύστερα άλλη μία.

Μπορεί να του άρεσαν τα “όχι” όσο τίποτα άλλο,
αλλά εκείνη η χαραμάδα –
πως μια βόλτα ίσως να ήταν καλύτερη
κι από εκατό αρνήσεις –
τον έκανε να σκεφτεί διαφορετικά.

Και ξαφνικά -χωρίς να το πολυσκεφτεί-
ο σκαντζόχοιρος ψιθύρισε:
«Ίσως… μια μικρή βόλτα;»

Τα αγκάθια του μίκρυναν.
Όχι πολύ.
Αλλά αρκετά για να νιώσει τον ήλιο.

Περπάτησαν ως το ξέφωτο.
Είδαν το φως να πέφτει στα φύλλα.
Άκουσαν έναν σκίουρο να τραγουδάει φάλτσα.
Γέλασαν λίγο.
Μίλησαν λίγο.
Κι ο σκαντζόχοιρος είπε μόνο ένα «όχι» εκείνη τη μέρα.

Κι αυτό… από συνήθεια.

Το βράδυ, ξάπλωσε.
Δεν μέτρησε πόσα “όχι” είπε.
Δεν έψαξε το δέκατο τέταρτο.
Δεν στριμώχτηκε στα αγκάθια του.

Κοιμήθηκε επειδή ήθελε,
όχι επειδή «έπρεπε».

Και κατάλαβε, αθόρυβα,
πως δεν χρειάζεται να λέει “όχι” σε όλα,
ούτε “ναι” σε όλα.

Χρειάζεται μόνο
να ακούει την καρδιά του λίγο παραπάνω.

Να αφήνει χώρο στον εαυτό του
να ανασαίνει.

Με αγκάθια ή χωρίς.
Με φίλους ή χωρίς.
Με τοίχους… ή με μονοπάτια.

Και κάπως έτσι,
ένα μικρό «ίσως»
άνοιξε έναν μεγάλο δρόμο.

_

Πρωτότυπο παραμύθι
για παιδιά και μεγάλους

© 2025
Αθήνα

Σύνολο λέξεων: 370