Μια νύχτα που δεν τέλειωσε ΙΙ

Για μια γυναίκα που είχε μάθει να την αγγίζουν πολλοί, ήταν παράξενο πόσο σπάνια ένιωθε ότι κάποιος τη ρωτούσε πριν την αγγίξει. Αυτό την έκανε να τον θέλει περισσότερο. Όχι επειδή ήξερε τι έκανε. Αλλά επειδή δεν προσποιούνταν ότι ξέρει.

Η επόμενη ιστορία είναι η συνέχεια μιας χριστουγεννιάτικης ιστορίας που ανέβηκε λίγο πριν εκπνεύσει το 2025. Ένα διήγημα με θάλασσα, ιδρώτα και λάθος νησιά.

 

Την επόμενη μέρα το πρωί ο Μάριος έφυγε. Φιληθήκανε σταυρωτά και αποχαιρετιστήκανε. Όχι σαν φίλοι. Η αγκαλιά τους κράτησε λίγο παραπάνω απ’ όσο συνηθίζεται. Σαν να ήξεραν και οι δύο πως κάποια πράγματα δεν είχαν τελειώσει ακόμη.

 

Ο Μάριος δεν ήξερε ακριβώς τι ένιωθε. Δεν είχε κάνει sex με την πορνοστάρ των ονείρων του. Κι όμως, αυτή ήταν ίσως η πιο ερωτική λεπτομέρεια της ιστορίας. Γιατί μαζί της είχε κάνει κάτι σπανιότερο. Είχε μείνει ο εαυτός του. Και ίσως το σημαντικότερο, είχε ξεκουνηθεί. Για πρώτη φορά μετά από καιρό είχε κάνει κάτι που δεν χωρούσε στο πρόγραμμά του, στο ημερολόγιό του ή στη θέση πάρκινγκ του. Γυρίζοντας στην Ελλάδα, τίποτα δεν είχε αλλάξει. Κι όμως, όλα του φαίνονταν λίγο διαφορετικά.

 

Από την άλλη, η Diletta βρέθηκε αντιμέτωπη με κάτι που δεν είχε συναντήσει ποτέ. Δεν ήταν η απόρριψη. Ήταν η πρώτη φορά που κάποιος της είπε όχι εκεί που όλοι οι άλλοι έλεγαν ναι. Και μάλιστα Έλληνας. Ως άλλος Μεταξάς, ο Μάριος είχε αφήσει τη δική του μικρή ιστορία. Και τα δικά της νερά είχαν αναταραχθεί. Βασικά, όχι τα δικά της. Ολόκληρη η Μεσόγειος είχε σηκώσει κύμα. Ήταν η πρώτη φορά που κάποιος δεν τη διεκδίκησε, δεν την πίεσε. Κάποιος που απλώς ήθελε να τη γνωρίσει.

 

Έξι μήνες μετά, ο Μάριος πάρκαρε πάλι στην ίδια θέση. Αυτό, από μόνο του, θα έπρεπε να τον ανησυχήσει. Υπάρχουν άνθρωποι που γερνάνε χωρίς να αλλάζουν πόλη, δουλειά ή θέση πάρκινγκ. Εκείνος φοβόταν πως θα γινόταν ένας από αυτούς. Ένας άνθρωπος με σταθερό ωράριο, σταθερό καφέ, σταθερή διαδρομή και μία νύχτα στο Μιλάνο. Την είχε σβήσει από τα social. Όχι επειδή δεν ήθελε να τη βλέπει. Ακριβώς επειδή ήθελε. Τα social είναι περίεργες γέφυρες. Σε κάνουν να νομίζεις πως ο άλλος είναι κοντά, ενώ στην πραγματικότητα μπορεί να σε χωρίζουν από εκείνον μια οθόνη, έξι μήνες και μια ανοησία που δεν έστειλες ποτέ.

 

Εκείνο το απόγευμα του Ιουλίου, το κινητό του χτύπησε. Email.

Θέμα: No Curtains.

Το άνοιξε.

 

Για μερικά δευτερόλεπτα δεν κατάλαβε τι έβλεπε. Ή, μάλλον, κατάλαβε αμέσως και έκανε πως δεν κατάλαβε. Ήταν μια φωτογραφία. Γυμνά πόδια πάνω σε μια ξύλινη βεράντα. Λίγος ήλιος. Λίγη θάλασσα. Πολύ καλοκαίρι. Και από κάτω, δύο γραμμές.

 

«Greco…

I’m in Greece.»

 

Ποιος φυσιολογικός άνθρωπος στέλνει πόδια και ήλιο μέσω email; Η Diletta. Ο Μάριος γέλασε μόνος του. Σκέφτηκε να μην απαντήσει αμέσως. Να το παίξει άνετος. Να αφήσει να περάσει μισή ώρα. Ίσως μία. Ίσως να απαντήσει το βράδυ, με εκείνη την ψεύτικη αδιαφορία που έχουν οι άνθρωποι όταν θέλουν πολύ κάτι. Άντεξε επτά λεπτά. Μετρημένα.

 

«Great legs. Great view.

Where exactly are you?»

 

Το έστειλε και αμέσως μετά μετάνιωσε για το “great legs”. Ήταν φτηνό. Ήταν προβλέψιμο. Ήταν ακριβώς αυτό που θα έγραφαν χιλιάδες άντρες κάτω από οποιαδήποτε φωτογραφία της. Από την άλλη, ήταν και αλήθεια. Και με τη μεγάλη διαφορά ότι το είχε στείλει μόνο σε εκείνον, μάλλον.

 

Η απάντηση ήρθε σχεδόν αμέσως. Μία λέξη. “Koufonisia”. Τίποτα άλλο. Ούτε ξενοδοχείο. Ούτε περιοχή. Ούτε «έλα αν θέλεις». Ούτε καν ένα χαμογελαστό emoji, ούτε καρδιά, ούτε φωτιά. Μόνο ένα… σπίρτο. Κουφονήσια. Ούτε καν αν ήταν στο Άνω ή στο Κάτω. Το μόνο σίγουρο ήταν πως εκείνος, αν πήγαινε, θα τα έκανε άνω κάτω.

 

Έκλεισε το laptop βιαστικά. Για λίγα δευτερόλεπτα έμεινε ακίνητος στην καρέκλα του. Ήξερε πως υπήρχαν δύο κουρτίνες. Εκείνη που την κοιτάς υπερβολικά και δεν την ανοίγεις ποτέ. Και εκείνη που την ανοίγεις πριν προλάβει να μπει μπροστά η λογική.

 

Άνοιξε το site των ακτοπλοϊκών. Μετά το ημερολόγιο. Μετά ξανά το email και τη φωτογραφία. Έκανε zoom στη βεράντα, σαν ντετέκτιβ που ερευνούσε υπόθεση εθνικής σημασίας. Ξύλο. Θάλασσα. Μια σκιά από καρέκλα. Ένα κομμάτι κάγκελο. Σε δέκα λεπτά είχε γίνει ειδικός στην αρχιτεκτονική των Κουφονησίων. Σε είκοσι, είχε βρει δύο πιθανά καταλύματα. Σε τριάντα, είχε ξεχάσει ότι μέχρι πριν από λίγο είχε δουλειά, πρόγραμμα και μια ζωή που δεν έπρεπε να αναστατωθεί από δύο γυμνά πόδια πάνω σε μια βεράντα.

 

Πήρε άδεια για τις επόμενες τρεις μέρες. Επικαλέστηκε οικογενειακό λόγο. Το ότι η οικογένειά του αποτελούνταν από τον ίδιο, ένα ξεχασμένο φυτό στο μπαλκόνι και έναν πατέρα που του έστελνε άρθρα για τη χοληστερίνη, ήταν μια λεπτομέρεια που δεν χρειαζόταν να μοιραστεί με τον διευθυντή του.

 

Το βράδυ, με ένα σακίδιο στην πλάτη και λιγότερα χρήματα απ’ όσα θα ήθελε, κατέβαινε προς τον Πειραιά. Το καράβι δεν είχε φύγει ακόμη, αλλά εκείνος ταξίδευε ήδη. Στο κατάστρωμα είχε κόσμο που πήγαινε διακοπές, αλλά έμοιαζε να κουβαλάει ακόμη τη δουλειά του. Μόνο τα παιδιά ταξίδευαν στ’ αλήθεια. Έτρεχαν ανάμεσα στα καθίσματα, έδειχναν τη θάλασσα σαν να την είχαν ανακαλύψει πρώτα εκείνα, γελούσαν με τον αέρα που τους έσπρωχνε τα μαλλιά πίσω. Ίσως επειδή δεν είχαν μάθει ακόμη να παίρνουν την κούρασή τους μαζί.

 

Όσο απομακρυνόταν από την Αθήνα, τόσο πιο πολύ σκεφτόταν το email, τη βεράντα και τα γυμνά της πόδια. Κάποια στιγμή του κόλλησε στο μυαλό ένα τραγούδι των Χατζηφραγκέτα για το Πάνω Κουφονήσι. Δεν ήξερε αν ήταν σημάδι ή απλώς το μυαλό του που προσπαθούσε να κάνει μοντάζ στη ζωή του. Αλλά εκείνη τη στιγμή αποφάσισε να το εμπιστευτεί. Πρώτα θα πήγαινε στο Πάνω.

 

Το πλάνο ήταν απλό. Θα νοίκιαζε πατίνι, γιατί αν είχε κάνει λάθος, τουλάχιστον να μην του πάει στράφι και η προκαταβολή για αμάξι. Όχι ότι είχε λεφτά για αμάξι. Αλλά οι άνθρωποι, όταν είναι ερωτευμένοι ή ηλίθιοι, κάνουν πάντα υπολογισμούς σαν να έχουν επιλογές.

 

Έφτασε πρωί, με τα μάτια κόκκινα από την αϋπνία και το σώμα του να μυρίζει καράβι. Το νησί τον υποδέχτηκε με φως, σκόνη και ανθρώπους που περπατούσαν αργά, λες και κάποιος είχε χαμηλώσει την ταχύτητα του κόσμου. Πέρασε από στενάκια με άσπρους τοίχους, από σπίτια με μπλε παντζούρια, από τουρίστες με ψάθινα καπέλα. Άκουγε ιταλικά παντού. Πράγμα εξαιρετικά άβολο όταν ψάχνεις μία συγκεκριμένη Ιταλίδα. Κάθε φορά που άκουγε γυναικεία φωνή, γύριζε το κεφάλι.

 

Πρώτα πήγε στο λάθος μέρος. Ή, για να είμαστε δίκαιοι, όχι στο σωστό. Η βεράντα έμοιαζε πολύ με τη φωτογραφία. Ξύλινο πάτωμα, θέα στη θάλασσα, σκιά από καρέκλα. Μόνο που πάνω στη βεράντα δεν ήταν η Diletta. Ήταν ένα ηλικιωμένο ζευγάρι Σκοτσέζων. Κάθονταν δίπλα δίπλα, με τα πόδια γυμνά πάνω στο ξύλο και δύο ποτήρια μπροστά τους. Δεν μιλούσαν. Δεν χρειαζόταν. Είχαν εκείνη τη σιωπή των ανθρώπων που έχουν πει τόσα πολλά στη ζωή τους.

 

Ο Μάριος κοντοστάθηκε. Στην αρχή ένιωσε ανόητος. Είχε ταξιδέψει νύχτα ολόκληρη κυνηγώντας μια φωτογραφία με πόδια και είχε καταλήξει να κοιτάζει δύο συνταξιούχους να λιάζονται σαν απάντηση σε ερώτημα που δεν είχε κάνει. Μετά, χωρίς να ξέρει γιατί, ηρέμησε.

 

Δεν ήταν η βεράντα που έψαχνε. Αλλά κάτι είχε να του πει η μη σωστή επιλογή. Έβγαλε το κινητό του. Για μια στιγμή σκέφτηκε να τραβήξει φωτογραφία και να της τη στείλει. Wrong curtains. Δεν το έκανε. Το έβαλε πάλι στην τσέπη του και χαμογέλασε μόνος του.

 

Ανέβηκε ξανά στο πατίνι, επιβιβάστηκε στο καραβάκι και πέρασε απέναντι. Είχε ακόμη μία βεράντα να δοκιμάσει. Αυτή τη φορά δεν πήγε κατευθείαν. Έκανε έναν μικρό κύκλο στη Χώρα, τάχα για να δει το μέρος, στην πραγματικότητα για να δώσει στον εαυτό του λίγα λεπτά ακόμη πριν γίνει εντελώς γελοίος.

 

Η δεύτερη βεράντα ήταν πιο κρυμμένη. Ένα χαμηλό κυκλαδίτικο σπίτι, με μεγάλη αυλή και μεγάλο φράχτη. Το πρώτο σημάδι ήταν καλό. Λίγο πιο πέρα ήταν παρκαρισμένο ένα μαύρο τζιπ. Μεγάλο και γυαλιστερό. Ακριβώς το είδος αυτοκινήτου που θα μπορούσε να οδηγεί μια γυναίκα που είχε περισσότερους ακόλουθους απ’ όσους κατοίκους είχαν τα Κουφονήσια, οι Μικρές Κυκλάδες και πιθανότατα όλο το καράβι μαζί.

 

Κοίταξε διακριτικά από το τζάμι. Όσο διακριτικά μπορεί να κοιτάξει κάποιος μέσα από φιμέ τζάμια, σκυμμένος πάνω σε ξένο αυτοκίνητο. Δεν βρήκε τίποτα. Ούτε εισιτήρια, ούτε τσάντα. Ούτε γυαλιά. Ούτε ακριβά αρώματα. Τίποτα που να μαρτυρά Diletta. Μην ξέροντας τι να κάνει, έφτιαξε λίγο τα μαλλιά του στο τζάμι.

 

Τότε άκουσε νερό. Όχι θάλασσα. Πισίνα. Σήκωσε το κεφάλι. Από την πίσω πλευρά του σπιτιού ακουγόταν ένα απαλό πλατσούρισμα, σαν κάποιος να κινούσε αργά το νερό χωρίς να θέλει να ταράξει τίποτα άλλο στον κόσμο. Ο Μάριος προχώρησε λίγα βήματα. Η καρδιά του χτυπούσε με εκείνο τον γελοίο τρόπο που χτυπάει η καρδιά όταν ξέρει κάτι πριν από σένα. Και τότε την είδε. Κολυμπούσε μόνη της στην πισίνα. Και τότε την είδε. Κολυμπούσε μόνη της στην πισίνα. Ούτε το πάνω μέρος του μαγιό της δεν της έκανε παρέα.

 

Για λίγα δευτερόλεπτα ο χρόνος έκανε αυτό που κάνει πάντα όταν δεν τον χρειάζεσαι: κόλλησε. Του ήρθαν όλα μαζί. Το Μιλάνο. Το ξενοδοχείο. Οι κουρτίνες. Το email. Οι έξι μήνες σιωπής. Η λάθος βεράντα. Οι Σκοτσέζοι. Το πατίνι. Το τζιπ. Τα λεφτά που δεν είχε. Οι πιθανότητες που δεν τον συμπαθούσαν ποτέ ιδιαίτερα.

 

«Πού πας, ρε καημένε;» σκέφτηκε.

 

Εκείνη βγήκε για λίγο στην επιφάνεια και τίναξε πίσω τα μαλλιά της. Εκπάγλου καλλονή. Ο Μάριος δεν ήταν σίγουρος τι ακριβώς σήμαινε το «εκπάγλου». Αλλά, αν σήμαινε “μια γυναίκα που την κοιτάς και νιώθεις δόνηση μέχρι και στον λογαριασμό της ΔΕΗ”, τότε ναι. Ήταν αυτό. Κι εκείνος; Εκείνος ήταν απλώς ο Μάριος.

 

Ένας ιδρωμένος άντρας με σακίδιο, πατίνι, άδεια από τη δουλειά με ψεύτικη οικογενειακή ανάγκη. Για μια στιγμή σκέφτηκε να φύγει. Να πάρει το πατίνι. Να γυρίσει στο καράβι. Να βρει τους Σκοτσέζους και να τους ζητήσει συμβουλές για μια ζωή που δεν θα χρειαζόταν να κάνεις τέτοια πράγματα. Να αφήσει την ιστορία όμορφη επειδή δεν θα ολοκληρωνόταν ποτέ. Η απόσταση ανάμεσά τους δεν ήταν πάνω από πενήντα μέτρα. Κι όμως, του φάνηκε μεγαλύτερη από τους έξι μήνες.

Τότε ακούστηκε ένας ήχος. Μπιπ. Ειδοποίηση. Από έναν λογαριασμό που είχε ξεχάσει να πληρώσει. Η Diletta γύρισε το κεφάλι. Και τον είδε. Για δυο δευτερόλεπτα δεν έκανε τίποτα. Μόνο τον κοιτούσε, σαν να προσπαθούσε να καταλάβει αν ήταν όντως εκεί ή αν τον είχε ξεβράσει το καλοκαίρι από μόνο του. Ύστερα άρπαξε μια πετσέτα από την ξαπλώστρα, την τύλιξε πρόχειρα πάνω της και βγήκε από την πισίνα.

 

 

Ο Μάριος σκέφτηκε να πει κάτι έξυπνο. Κάτι στα ιταλικά. Κάτι που να δικαιολογεί ένα νυχτερινό ταξίδι, ένα ψέμα στη δουλειά και το γεγονός ότι στεκόταν μπροστά της όχι ως Ιωάννης Μεταξάς, αλλά σαν πλασιέ που πούλαγε τάπερ.

 

«Ciao», είπε μόνο. Η Diletta γέλασε.

 

Όχι το γέλιο της πόζας. Ένα μικρό, απροστάτευτο γέλιο, σαν να της είχε ξεφύγει πριν προλάβει να το ελέγξει. Και μετά τον αγκάλιασε.

 

Το δροσερό κορμί της ακούμπησε στο ιδρωμένο του σώμα, κι εκείνος κατάλαβε πως υπάρχουν αγκαλιές που δεν σε ηρεμούν. Σε αναστατώνουν περισσότερο. Για μια στιγμή σκέφτηκε πως ήταν παράξενο που καλύφθηκε. Την είχαν δει τόσοι άνθρωποι γυμνή. Κι όμως, τώρα κατάλαβε. Δεν είχε καλυφθεί από ντροπή. Είχε καλυφθεί επειδή αυτή τη φορά δεν ήταν θέαμα. Ήταν εκείνη. Ζωντανή. Μπροστά του. Πιο αληθινή απ’ ό,τι σε οποιαδήποτε οθόνη.

«You came», είπε.

 

Ο Μάριος σήκωσε τους ώμους, προσπαθώντας να φανεί πιο άνετος απ’ όσο ήταν.

 

«You sent coordinates without sending coordinates.»

«I sent feet.»

«Exactly. Very clear instructions.»

 

Η Diletta γέλασε ξανά. Εκείνος ένιωσε μια μικρή, παράλογη νίκη. Όχι επειδή τη βρήκε. Επειδή για ένα δευτερόλεπτο εκείνη δεν χρειάστηκε να είναι τίποτα άλλο πέρα από κάποια που γελούσε. Χωρίς να το πολυσκεφτεί, μπήκε στην πισίνα με τα ρούχα. Όχι για να κάνει εντύπωση. Ούτε για να ξεκινήσει κάτι. Απλώς γιατί έπρεπε κάπως να φύγουν από πάνω του το καράβι, το άγχος, οι έξι μήνες, οι λάθος βεράντες, οι σωστές προσδοκίες, όλα.

 

Το νερό τον τύλιξε ολόκληρο. Το πουκάμισό του κόλλησε πάνω του. Το σακίδιο ευτυχώς το είχε αφήσει έξω, γιατί ακόμα και ο ρομαντισμός έχει κάποια πρακτικά όρια. Η Diletta τον κοίταξε και χαμογέλασε.

 

«Ma sei pazzo?» είπε. «Είσαι τρελός;»

Ο Μάριος σκούπισε το νερό από τα μάτια του.

«A little bit.»

 

Η Diletta δεν απάντησε. Πλησίασε μόνο. Ο Μάριος την κοίταξε. Όχι όπως την είχε κοιτάξει τόσες φορές μέσα από μια οθόνη. Την κοίταξε σαν άνθρωπο που φοβάται ότι, αν κάνει λάθος κίνηση, θα χαλάσει κάτι που μόλις άρχισε να γίνεται αληθινό. Εκείνη το κατάλαβε. Πάντα καταλάβαινε.

 

«Don’t think so much, Greco», του είπε χαμηλά. Και τότε την φίλησε. Στην αρχή απαλά. Σχεδόν δοκιμαστικά. Ύστερα λίγο πιο έντονα. Τα χέρια του έμειναν για λίγο στον αέρα, χωρίς να ξέρει τι να τα κάνει… Η Diletta χαμογέλασε πάνω στο στόμα του. Πήρε το ένα του χέρι και το ακούμπησε στη μέση της. Όχι πιο κάτω. Όχι ακόμη. Στη μέση. Εκεί που το δέρμα της ήταν δροσερό από το νερό και ζεστό από τον ήλιο. Ο Μάριος πήρε ανάσα. Κακή ιδέα. Μύριζε χλώριο, αλάτι και αντηλιακό. Το χέρι του γλίστρησε αργά στην πλάτη της. Εκείνη έκλεισε τα μάτια. Για μια γυναίκα που είχε μάθει να την αγγίζουν πολλοί, ήταν παράξενο πόσο σπάνια ένιωθε ότι κάποιος τη ρωτούσε πριν την αγγίξει. Αυτό την έκανε να τον θέλει περισσότερο. Όχι επειδή ήξερε τι έκανε. Αλλά επειδή δεν προσποιούνταν ότι ξέρει.

 

Το φιλί κράτησε πολύ ώρα, τόσο που ο ήλιος κατέβηκε αισθητά. Κάπου κάτω από το νερό, τα πόδια τους μπλέχτηκαν. Όχι τυχαία. Όχι εντελώς επίτηδες. Όπως μπλέκονται καμιά φορά οι άνθρωποι όταν έχουν περάσει πολύ καιρό προσπαθώντας να μείνουν μακριά. Αν και η Ιταλία φημίζεται για την άμυνά της, εκείνη τη στιγμή η άμυνα είχε βγει για καφέ. Εκείνη γέλασε. Εκείνος τη φίλησε ξανά.

 

Και κάπου εκεί, χωρίς να ειπωθεί τίποτα μεγάλο, χωρίς υποσχέσεις, χωρίς ρόλους, χωρίς κάμερες, χωρίς καμία ανάγκη να αποδειχθεί κάτι, συνέβη αυτό που μάλλον είχε αρχίσει να συμβαίνει από το πρώτο email.

 

Όχι βιαστικά. Όχι σαν κατάκτηση. Σαν συνέχεια. Σαν δύο άνθρωποι που είχαν αργήσει πολύ να φτάσουν ο ένας στον άλλον και τώρα δεν ήθελαν να κάνουν θόρυβο. Η πισίνα, η αυλή, το σπίτι, το νησί ολόκληρο έμοιαζαν για λίγη ώρα να κρατούν την ανάσα τους. Το καλοκαίρι χαμήλωσε τη φωνή του. Και ο Μάριος, που κάποτε πίστευε πως το πιο ερωτικό πράγμα θα ήταν να την αποκτήσει, κατάλαβε πως έκανε λάθος. Το πιο ερωτικό ήταν πως εκείνη, εκείνη την στιγμή, δεν χρειαζόταν να παίξει κανέναν ρόλο. Ήταν απλώς εκεί. Μαζί του. Και αυτό ήταν πολύ πιο γυμνό από οτιδήποτε είχε δει ποτέ σε οθόνη.

 

Λίγο αργότερα, το βλέμμα του έπεσε στο τραπεζάκι δίπλα στην ξαπλώστρα. Ένα ανοιχτό laptop. Ένα τυπωμένο εισιτήριο. Το όνομά της. Και από κάτω ένας προορισμός που δεν είχε καθόλου Αιγαίο. Η.Π.Α. Ο Μάριος έκανε πως δεν το είδε. Κακή ιδέα. Γιατί όταν προσπαθείς να μη δεις κάτι, συνήθως το βλέπεις περισσότερο. Η Diletta το κατάλαβε. Δεν είπε τίποτα. Βούτηξε απλώς ξανά στην πισίνα και ήρθε κοντά του. Τόσο κοντά, που η Αμερική, για λίγα δευτερόλεπτα, φάνηκε πολύ μακριά.

 

«Απλώς, όταν είμαι μαζί σου, δεν νιώθω πως πρέπει να είμαι κάποια.» του ψιθύρισε.

 

 

Ο Μάριος ήθελε να τη γνωρίσει. Ήθελε να μάθει πώς πίνει τον καφέ της, ποιο ήταν το αγαπημένο της λουλούδι, ποιο το αγαπημένο της χρώμα και πώς περνάει τις Κυριακές. Αντ’ αυτού δεν είπε τίποτα. Ίσως επειδή μερικές φορές, όταν ένας άνθρωπος σου λέει κάτι τόσο αληθινό, η επόμενη ερώτηση μοιάζει φτηνή. Η Αμερική στεκόταν σαν ένα μεγάλο παγόβουνο ανάμεσά τους. Δεν της είπε να μην πάει. Δεν της είπε να μείνει. Δεν της είπε πως θα ερχόταν μαζί της, ούτε πως θα την περίμενε, ούτε όλα εκείνα τα μεγάλα που λένε οι άνθρωποι όταν φοβούνται πως η σιωπή θα τους προδώσει. Της χάιδεψε μόνο τα μαλλιά. Κι εκείνη, για λίγη ώρα, έμεινε.

 

Νωρίς το πρωί εκείνη θα έφευγε, θα έπαιρνε το καράβι για Πειραιά, μετά Βενιζέλος – Μαλπένσα και ύστερα το υπερατλαντικό ταξίδι. Δεν έγινε σκηνή. Δεν υπήρξαν μεγάλα λόγια στο λιμάνι. Δεν υπήρξε φιλί που θα μπορούσε να μπει σε ταινία και να δικαιολογήσει τη μουσική. Υπήρξε μόνο μια αγκαλιά, από εκείνες τις αγκαλιές που κάποιος μπορεί να γράψει βιβλίο.

 

Ο Μάριος γύρισε στην Αθήνα. Πάρκαρε πάλι στην ίδια θέση. Για ένα διάστημα χάθηκαν. Όχι επειδή ξέχασαν. Επειδή μερικές φορές το να μη στείλεις δεν σημαίνει πως δεν έχεις τίποτα να πεις. Σημαίνει πως, για πρώτη φορά, δεν θέλεις να μικρύνεις κάτι σπουδαίο για να χωρέσει σε μήνυμα.

Κάποια βράδια ο Μάριος άνοιγε το παλιό email με το θέμα “No Curtains” και κοιτούσε τη φωτογραφία με τα πόδια στη βεράντα. Όχι για να πονέσει. Ούτε για να θυμηθεί. Περισσότερο για να βεβαιωθεί πως υπήρξε στ’ αλήθεια. Δεν ήξερε αν η Diletta ήταν ευτυχισμένη στην Αμερική. Δεν ήξερε αν ήταν το όνειρό της. Δεν ήξερε αν θα την ξαναέβλεπε.

Λίγο καιρό μετά της έστειλε εκείνος ένα mail.

 

Θέμα: Curtains

 

Δεν έγραψε πολλά.

Είχε μόνο μια φωτογραφία.

Το ζευγάρι των Σκοτσέζων.

Η Diletta απάντησε μετά από επτά λεπτά.

Μετρημένα.