
Νιρβάνα
νιρβάνα η [nirvána] Ο25 : κατάσταση απόλυτης ηρεμίας και μακαριότητας στην οποία περιέρχεται ο άνθρωπος, σύμφωνα με τη βουδιστική φιλοσοφία, όταν εκμηδενίσει με την αυτοσυγκέντρωση το προσωπικό του εγώ και ενωθεί με την παγκόσμια ύπαρξη. || (επέκτ.) πλήρης αδιαφορία για ό,τι συμβαίνει δίπλα μου, που συνοδεύεται από απόλυτη ηρεμία και γαλήνη.
[λόγ. < αγγλ. nirvana < σανσκρ. Nirvāna] [Λεξικό Τριανταφυλλίδη]