Μια νύχτα που δεν τέλειωσε

Ο Μάριος, μια sexy Ιταλίδα πορνοστάρ και ένα ξενοδοχείο στο κέντρο του Μιλάνου.
Χριστούγεννα, προσδοκίες, άγχος — και μια νύχτα που ξέφυγε απ’ το σενάριο.

Τα φετινά Χριστούγεννα θα κάνω bungee jumping στην Κόρινθο ή θα κάνω μπάνιο στο Σούνιο ή θα βγω με έλκηθρο στο Σύνταγμα χιονίσει–δεν χιονίσει, ή απλά θα κάτσω μέσα στο σπίτι, κουλουριασμένος με την κουβέρτα, βλέποντας ταινίες στο Netflix μέχρι να τελειώσει ο χρόνος.

Πάνω-κάτω, αυτή ήταν η ζωή του Μάριου. Ή του ύψους ή του βάθους.

Μα φέτος… φέτος ήταν διαφορετικά.
Όχι, σίγουρα ήταν διαφορετικά.

Βαρέθηκε πια να ψωνίζει μόνος του στο σούπερ μάρκετ την παραμονή των Χριστουγέννων και να μην έχει μια συντροφιά στην ουρά για να κράζει άλλους που βιάζονται στα ταμεία.
Όλα τα άλλα μπορούσε να τα αντέξει.
Αυτό όχι.
Παραήταν σοβαρό.

Γιατί η μοναξιά δεν πονάει τόσο όταν είσαι μόνος.
Πονάει όταν έχεις κάτι να πεις και δεν έχεις σε ποιον.

Πιο παλιά ήταν στην “κουρτίνα δύο”:
κουβέρτα, πατατάκια (ποτέ ποπ κορν) και ταινίες.
Τελευταία όμως έπαιρνε αποφάσεις. Πρωτοβουλίες. Έβγαινε εκείνος μπροστά – κι ας μην πήγαινε καθόλου καλά.
Εντυπωσιαζόταν κι ο ίδιος με το θάρρος του, αλλά κάποια εξήγηση θα είχε κι αυτό.
Αλλά γιατί πρέπει να τα εξηγούμε όλα;
Ας τα ζήσουμε, έλεγε. Ας πάθουμε πρώτα και βλέπουμε.

Η καθημερινότητά του βέβαια δεν θύμιζε καθόλου την “κουρτίνα ένα”. Οι κινήσεις του ήταν προκαθορισμένες, τα δρομολόγια γνωστά· ακόμα και η θέση πάρκινγκ στην εταιρεία δεν άλλαζε. Ζωή σε λούπα.

Και μέσα σ’ αυτή τη λούπα είχε κρατήσει μια μικρή, προσωπική συνήθεια.
Όχι από καύλα· από ανάγκη.
Για να ξεφεύγει.
Το δικό του “pause”.
Ή “play”, σε πολύ ελεύθερα αγγλικά…

Κάθε βράδυ γυρνούσε σπίτι και αυνανιζόταν για να χαλαρώσει.
Προτιμούσε τις τσόντες με όμορφες κοπέλες και όχι ωμό sex.
Του άρεσε να έχουν πλοκή· κάτι να του λένε.
Όχι τα κλασικά “ήρθε ο ηλεκτρολόγος και άλλαξε τα φώτα στην παντρεμένη κυρία που ο άντρας της είναι σε ένα συνεχόμενο meeting”.
Άκρως σημαντικό για εκείνον ήταν η πρωταγωνίστρια να φοράει εσώρουχα.
Το καλύτερο ήταν να τα φοράει καθ’ όλη τη διάρκεια της πράξης. Φετίχ, το λένε.

Μιας και (παρα)γνωριστήκαμε πλέον με τον Μάριο, ας περάσουμε στην “αγαπημένη” του.
Μια πορνοστάρ την είχε ξεχωρίσει: Ιταλίδα, μελαχρινή, με πλούσια σγουρά μαλλιά.
Τα βίντεό της είχαν αισθητική, χωρίς ακριβές παραγωγές και φανφάρες.
Είχαν μικρή διάρκεια – και, το πιο σημαντικό, τα επίμαχα σημεία φαινόντουσαν ίσα που.

Όταν κάτι δεν στο δείχνει όλο, σου διεγείρει περισσότερο τη φαντασία.
Η έλλειψη και η αγωνία είναι η καλύτερη σεναριογράφος.

Ίσως γι’ αυτό τα κοινωνικά δίκτυα έχουν λίγο-πολύ σκοτώσει τον έρωτα:
γιατί όλα, μα όλα, βρίσκονται στο πιάτο.
Εκείνος, φυσικά, δεν αποτελούσε εξαίρεση· την είχε “τσεκάρει” και στα social. Ήθελε να ξέρει περισσότερα.
Καλώς, κακώς… θα φαινόταν στην πορεία.

Κάποια στιγμή η Diletta, η λεγάμενη, ανακοίνωσε πως θα κάνει ένα χριστουγεννιάτικο, αισθησιακό βίντεο με κάποιον από τους θαυμαστές της.
Το μόνο που χρειαζόταν ήταν follow στο προφίλ της και ο γαμιάς –ο νικητής ήθελα να πω– θα προέκυπτε από κλήρωση.
Τα πράγματα στη ζωή του Μάριου πήγαιναν τόσο χάλια, που δεν του κόστιζε τίποτα ένα follow.
Ήταν σαν να πέταγε ένα κέρμα στη Fontana di Trevi και, αν πετύχαινε η ευχή, θα γινόταν της πουτάνας – κυριολεκτικά και μεταφορικά.
Άλλωστε τύχη και Χριστούγεννα είναι σχεδόν συνώνυμα. Καζίνο, τυχερά παιχνίδια, χαρτιά, τα κόκκινα εσώρουχα την Πρωτοχρονιά, το κρυμμένο φλουρί.

Το follow έγινε.
Και το follow-up ήταν το καλύτερο.

Κάθε φορά που ανέβαζε βίντεο εκείνη, ο Μάριος φανταζόταν να ήταν εκείνος εκεί.
Δίπλα της.
Κοντά της.
Μέσα της.
Ένιωθε λες και ήταν βασιλιάς στον παράδεισο.
Οκ, πολύ μελό…
αλλά έτσι σκέφτεται ένας άνθρωπος που έχει να κάνει sex πάνω από έναν χρόνο.
Οι τύποι όμως που συμμετείχαν ήταν έμπειροι.
Είχαν ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ. Μεγάλη.
Κι εκείνος είχε…
αλλά η Diletta ήταν επαγγελματίας.
Θα γελούσε και το τελευταίο Ιταλάκι αν κέρδιζε αυτός.

Μερικές μέρες πριν τα Χριστούγεννα έγινε η κλήρωση.
Μαντέψτε.
Ναι. Ο Μάριος κέρδισε!

Η Diletta του έστειλε προσωπικό μήνυμα!
Και τον έκανε και follow back!
Ω Θεέ! Από το άγχος του έγινε πέντε εκατοστά. Μεγάλωσε δηλαδή.
(Όχι, πλάκα κάνω.)
Πού θα πήγαινε τώρα ξυπόλητος στ’ αγκάθια;
Πήρε μια βαθιά ανάσα και προσπάθησε να χαλαρώσει.
Και τι κάνει κάποιος για να χαλαρώσει;
Σωστά.
Μόνο που εκείνος δεν μπορούσε.
Το άγχος του ανέβαινε και του χτυπούσε το κεφάλι.
Μήπως να διάλεγε την “κουρτίνα δύο”;
Αντί για την κουρτίνα αι-δοίο;
Scusa mille… συγγνώμη…

Ή μήπως, τελικά, είναι καλό να δεχόμαστε τις προκλήσεις της ζωής;
Ο φόβος δεν φεύγει όταν κρυβόμαστε· φεύγει όταν τον πηδάμε.
(Με κάθε έννοια.)

Αφού πέρασε μια μέρα να φυσάει και να ξεφυσάει για το τι να κάνει, ξανάνοιξε το μήνυμα της Diletta. Περιλάμβανε:
Το πρόγραμμα, το πληρωμένο εισιτήριο, το κινητό της.
Το τηλέφωνό της.
Το τηλέφωνό της, ξαναλέω.

Άγγιξε την οθόνη με τα νούμερα και νόμισε πως χαϊδεύει το μάγουλό της.
Εδώ δεν είχε τον αριθμό της κυρίας Μάγδας από το περίπτερο απέναντι και είχε το δικό της!
Βέβαια, δεν της το είχε ζητήσει… αλλά τέλος πάντων, δεν είναι το θέμα μας η περιπτερού.

Χωρίς να το σκεφτεί πολύ, είπε «τώρα ή ποτέ» και την κάλεσε με video call.
– Pronto…?
– Hi… I must be the luckiest man in the world… (αμηχανία)
…because I’m your Christmas present.
(σιωπή ενός δευτερολέπτου, εκείνη χαμογελά)
– Ah… sei tu, il Greco?
Ναι, πήγε να πει, σαν το Caffè Greco που έκλεισε ύστερα από 265 χρόνια… αλλά ευτυχώς το κράτησε για τον εαυτό του.
Αφού της εξήγησε ποιος ήταν με αγγλικά που θύμιζαν τραυλό παπαγάλο, ετοίμασε βαλίτσα.
Δεν ήθελε να πάρει πολλά πράγματα: ρούχα και προφυλακτικά.
Δεν θα ήταν ταξίδι αναψυχής· περισσότερο για ξεπέτα έμοιαζε…

Εκείνος (ξε)πέταξε με Alitalia ανήμερα των Χριστουγέννων.

Στο αεροδρόμιο του Μιλάνου όλα ήταν τόσο γιορτινά που του τη σπάγανε.
Άνθρωποι χαρούμενοι, μαγαζιά γεμάτα, γιρλάντες παντού.
Και λαμπάκια. Πολλά λαμπάκια.
Ένιωθε λες και ήταν κάτω από φώτα κάμερας.
Κι όσο τα κοιτούσε, τόσο ένα άλλο φως τον τρόμαζε πιο πολύ:
το ενδεχόμενο να βρεθεί γυμνός μπροστά της και το σώμα του να κάνει “black out”.
Όμως στο κρεβάτι –ή όπου θα συνέβαινε το “έργο”– θα ήταν μόνοι. Και οι όροι έλεγαν πως, αν θέλει, η φάτσα του μπορεί να είναι blur.
Ευτυχώς.
Φαντάσου να γδυνόταν μπροστά σε συνεργείο και με παγκόσμια θέαση…

Πήρε το τραμ για Piazza del Popolo.
Εκείνη ήταν ήδη εκεί.
Δεκαπέντε λεπτά νωρίτερα.
Madonna santa… αν έχεις τον Θεό σου…

Η εκπάγλου καλλονή, με σώμα που έμοιαζε έργο τέχνης του Ντονατέλο
(όχι από τα χελωνονιντζάκια),
τον χαιρετούσε φωνάζοντας το όνομά του.
Οι μπούκλες της, σαν μικρά φαναράκια, φώτιζαν τον δρόμο του.
Τα μάτια της έβγαζαν σπίθες· η φωνή της από μεταξωτό βελούδο.

Κάτσανε σε ένα καφέ χωρίς πολύ κόσμο.
Εκείνη ήταν τόσο δεχτική, τόσο ζεστή, που ο Μάριος έλεγε μέσα του πως αποκλείεται να του συμβαίνει αυτό.
Για κάποιο λόγο, εκείνος είχε την εντύπωση πως οι άνθρωποι που κάνουν πολύ sex είναι συχνά υπερβολικά εξωστρεφείς και διαχυτικοί.
Αλλά αυτή ήταν μια θεωρία όχι της παρούσης.

Αφού ξεπέρασε το πρώτο του σοκ, ο Μάριος την άκουσε να λέει, σχεδόν απολογητικά:
«I’m just a normal girl. I just spend more time at the gym… and I’ve had more sex than most.»
Του φαινόταν μεθυσμένη ή “φτιαγμένη”, αλλά ήταν απλώς… ανοιχτή.
Αυθόρμητη.
Διαφορετική.
Και αθεράπευτα όμορφη.
Che bella…

Ακόμη, πολύ πιο όμορφη από το γυαλί. Από τις σπάνιες φορές που η πραγματικότητα ξεπερνάει την εικόνα.

Παρ’ όλα αυτά, όσο περνούσε η ώρα, τόσο ο Μάριος δεν ήθελε να πάει μαζί της.
Αν και το πουλί του ήταν σαν τον πύργο της Πίζας…
λίγο στραβό, και πολύ όρθιο.

Όχι επειδή δεν του άρεσε· κάθε άλλο.

Τον χάιδευε, τον πείραζε, τον άκουγε.
Κι εκείνος συνέχιζε να σκέφτεται:
«Θα με χρησιμοποιήσει για το προφίλ της. Μετά άλλος, κι άλλος… και στο τέλος θα γίνω ανέκδοτο.»
Σταμάτησε να αναλύει· ποτέ δεν το έκανε. Ούτε τώρα θα το έκανε.

Λίγο πριν πάνε στο ξενοδοχείο, εκείνη ρώτησε με θελκτικό ύφος:
– So… how many times did you “practice” before meeting me?
«None», είπε εκείνος, επειδή απλά δεν μπορούσε.
Η Diletta τον κοίταξε για λίγο, σαν να προσπαθούσε να καταλάβει αν αστειεύεται.
«Ma che cazzo, bello?» είπε χαμογελώντας.
Εκείνος ανταπέδωσε το χαμόγελο.

Η Diletta έμεινε άναυδη.
Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε κάποιον να μην είναι σαν τους άλλους.
Να τη φιλάει στο μάγουλο και όχι στο στόμα.
Να τη βλέπει στα μάτια και όχι στα κάτω.
Να την αγγίζει χωρίς να την πονάει.

Συν τοις άλλοις, όλοι οι προηγούμενοι αυνανίζονταν και στις τουαλέτες – αν όχι του αεροπλάνου, σίγουρα του αεροδρομίου.

Κι αυτό, όσο περίεργο κι αν ακούγεται, την είχε χαροποιήσει.
Όχι από αντίδραση.
Από ανακούφιση.

Θα περνούσε λίγη ώρα με κάποιον που δεν την κοιτούσε σαν σκεύος ηδονής, αλλά ως άνθρωπο.
Και μόνο αυτό αρκούσε για να υπάρξει χημεία.

Από την πρώτη ατάκα στο τηλέφωνο είχε νιώσει κάτι.
Μια αύρα.
Μια ενέργεια που ούτε εκείνη μπορούσε να εξηγήσει.

Βγήκαν στον δρόμο προς το ξενοδοχείο.
Η πόλη ήταν γιορτινή: τραγούδια από τα μαγαζιά, λαμπερές βιτρίνες, μυρωδιές από κρασί και γιορτές.
Σαν να έπαιζε κάπου από πίσω ένα χριστουγεννιάτικο soundtrack.

Το ξενοδοχείο ήταν λίγα μέτρα μακριά.
Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά· εκείνη το ένιωθε μέσα από το παλτό του.

Σκέφτηκε πάλι «τώρα ή ποτέ» και απλώς αυτοσχεδίασε, με αγγλικά πολύ κάτω από lower:
– I don’t want to be a guy for one night. I want to meet you. Even if it goes wrong. Sex is a feeling… for me, okay? And I very much want to meet you… and for you to taste Greek souvlaki.

Εκείνη κατέβασε το χέρι από το στήθος του και χαμογέλασε.
Το μυαλό της έτρεχε: στη δουλειά, στα λεφτά, στον Mussolini, στη Σαντορίνη, στον “ηλεκτρισμό” που ένιωσε, στον γύρο…

Αποφάσισαν από κοινού να αλλάξουν το μονόκλινο σε δύο δίκλινα.
Εκείνο το βράδυ, που όλοι έκαναν μεθυσμένο sex,
λες και ήταν μέρος του εορταστικού προγράμματος,
η Diletta δεν έκανε.
Για πρώτη φορά μετά από πολλά βράδια.
Το είχε ανάγκη.
(Το να μην κάνει).

Έγειρε στο πλάι και φαντάστηκε τη ζωή της αλλιώς.
Μακριά από την έκθεση της κάμερας.
Μακριά από την έκθεση στην κοινωνία.
Μακριά από την έκθεση της ψυχής της.

Ίσως να συνέχιζε τα βίντεο μόνο με τον Μάριο και χωρίς να τα ανεβάζει.
Ίσως να ζούσαν σε ένα μικρό σπιτάκι στη μαγευτική λίμνη Como.
Ίσως πάλι να μετακόμιζε σε ένα αγρόκτημα στις Γούβες Λακωνίας και να άρμεγε κατσίκια.
Ίσως…

Αποκοιμήθηκε.

Ο Μάριος, πάλι, είχε ανάμεικτα συναισθήματα.
Είχε μία μοναδική ευκαιρία να κάνει sex με την πορνοστάρ των ονείρων του…
και την πέταξε.
(όχι το πουλί του, την ευκαιρία)
Κι όμως, για έναν γαμημένο λόγο ένιωθε καλά με τον εαυτό του.
Λες και είχε πετύχει κάτι πιο δύσκολο από το να “τη ρίξει”.

Όμως, στο τέλος της ημέρας, ο έρωτας δεν είναι βιομηχανία, ούτε γραμμή παραγωγής, ούτε “thank you, next”.
Είναι το πιο γαμάτο πράγμα που μπορεί να σου συμβεί,
ειδικότερα όταν εκείνη έχει τερματίσει το sex σε όλα τα επίπεδα…
κι εσύ κατάφερες –επιτέλους– το πιο δύσκολο:
να μην γίνεις σαν τους άλλους.

Να μην προδώσεις αυτό που αγαπάς.
Να μην προδώσεις εσένα.
Να μείνεις εσύ.

 

 

Continua…
Συνεχίζεται…