sex

Νιρβάνα

νιρβάνα η [nirvána] Ο25 : κατάσταση απόλυτης ηρεμίας και μακαριότητας στην οποία περιέρχεται ο άνθρωπος, σύμφωνα με τη βουδιστική φιλοσοφία, όταν εκμηδενίσει με την αυτοσυγκέντρωση το προσωπικό του εγώ και ενωθεί με την παγκόσμια ύπαρξη. || (επέκτ.) πλήρης αδιαφορία για ό,τι συμβαίνει δίπλα μου, που συνοδεύεται από απόλυτη ηρεμία και γαλήνη.

[λόγ. < αγγλ. nirvana < σανσκρ. Nirvāna] [Λεξικό Τριανταφυλλίδη]

ΣΕΞΑμαξάΚΙ

Τι κάνεις αν δεις την κοπέλα που ονειρεύεσαι από πάντα, αλλά εκείνη είναι με παρέα; Τι στα αλήθεια πράττεις αν δεις τον έρωτα της ζωής σου, αλλά οι συνθήκες δεν σου επιτρέπουν να την γνωρίσεις;

Happy ending

Τις εορταστικές μέρες πρέπει να τις ζούμε με πολύ πάθος και έρωτα! Αλλιώς, χάνετε η γεύση των ημερών και επίσης, νιώθεις το βαρύ φορτίο το χρόνου ακόμη μεγαλύτερο. 27 Δεκεμβρίου έλεγε το ημερολόγιο. Σε λίγες μέρες θα άλλαζε o χρόνος. Οι προσπάθειες της όμως να τα ξανά βρει με τον αγαπημένο της δεν πραγματοποιήθηκαν. Κάθε άλλο, έγιναν ακόμα χειρότερες.