ΣΤΙΧΟΙ

Κανόνες τονισμού

Τους τόνους που μου μάθανε στο πρωινό σχολείο τους έφαγα μια Κυριακή στο δίπλα καφενείο και μείνανε τα γράμματα χωρίς κάνα κεφάλι μα το δικό μου κάνανε να βράζει σα καζάνι Οι δάσκαλοι μου λέγανε για την περισπωμένη μα εγώ

Θράσος Κ.

Τα όνειρα που έβλεπες σε κύκλωσαν σα φίδια σε θρέψανε με αφορμές χωρίς να δεις που πας και νόμιζες πως έτρεχες, μα έτρεχες στα ίδια στα μέρη που δεν έμαθες ποτέ να αγαπάς Νανούρισμα οι προσευχές που προσπαθείς να κάνεις

Οι α-νοητες γραμμές ενός τετραδίου

Κρυβόσουνα συνέχεια σε ένα λευκό σεντόνι σ’ ένα χαρτί που έπλεξες να ζήσεις για φωλιά και έψαχνες στο άπειρο το δρόμο που τελειώνει τον δρόμο που θα στόλιζε την άδεια σου αγκαλιά Τα λόγια που μας χάρισες τα κάναμε κορνίζα

Μόνος στο έρημο νησί

Μόνος στο έρημο νησί ο μόνος φίλος μου με έχει κάνει πέρα κι ο μόνος γείτονας δε λέει καλημέρα πίσω απ’ το τζάμι με κοιτάζει το πρωί Μόνος στο έρημο νησί βλέπω τον κόσμο από δυο εφημερίδες και τη σιωπή

Η αφήγηση ενός ναυαγού

Ναυάγησα σε πέλαγο που ήλιος δεν το βλέπει μήτε Θεός και διάβολος δε ξέρουν εδώ πέρα ούτε καλό, ούτε κακό η μοίρα μου, μου πρέπει κι είμαι σαν τρύπιος αετός σε καθαρά Δευτέρα Κολύμπησα σε μια στεριά μα ήταν κλειδωμένη

Στα κέρατα του ταύρου

Οι στίχοι από το είκοσι ως και το δυοχιλιάδες είναι τα δάκρυα αυτών, που ‘γραφαν με ψυχή ανάρμοστοι πολιτικοί σαν αυστηρές μανάδες δεν άφηναν το αλφάβητο να μπει μες στη ζωή Το αίμα έβαψε αργά τα ποιήματα του Παύλου κι

Θολή φωτογραφία

Η θάλασσα κρεμιέται στις φωνές σ’ αυτές που για αγάπες δε μιλάνε το σώμα να νικήσουν με στιγμές τη τέρψη προσπαθούν να λησμονάνε Τα κύματα στολίζουν το λαιμό φορώντας του μια γεύση απ’ αλμύρα στα πάθη να φορέσουν φυλακτό να

Ο βυσσινόκηπος

Μες στις λέξεις μου φωλιάζει ένα δέντρο μοναξιάς και το πνίγω σε ένα κύμα, που περνάει μα σου ψιθυρίζω λόγια που δεν άκουσες ποτέ και πολλά που το μυαλό σου, δε χωράει Η φωνή σου διαπερνάει τις στιγμές που δεν

Ημισέληνος

Στα πλαίσια μιας άσκησης στο Μικρό Πολυτεχνείο, όπου το θέμα της άσκησης ήταν να γράψουμε ένα παραμυθοτράγουδο, με ήρωα, τόπο, δράση, χρόνο, τρόπο. Προέκυψε αυτό εδώ το τραγούδι. Ένα παιδί απόδημο με τσάντα και σανδάλια στο δρόμο βγαίνει για να

Με θέα τον ακάλυπτο

Σε ένα στενό υπόγειο χωρίς καθόλου φώτα ανάψαμε τρία κεριά να μοιάζουν βαρελότα Δίπλα απ’ το παράθυρο στο ραγισμένο τζάμι κοπήκανε τα όνειρα τα πήρε το ποτάμι Και την στιγμή του τραπεζιού του κόσμου το ρεγάλο συλλάβισα το φαγητό να

Η ευχή των αστεριών

Συλλαβίζεις με τα χείλη σου τα αστέρια και φοράς όλη την νύχτα στην ματιά σου πόσα άραγε να πέφτουν στην ποδιά σου πόσα άραγε να κρύβεις μες στα χέρια Σε ποια γλώσσα τους μιλάς και σου μιλάνε ποιο τραγούδι ψιθυρίζουν

Σκούρο γκρι

Ζαμπέτα ακούγαμε μαζί, στου Βύρωνα τις σκάλες και βλέπαμε τις κάντιλακ να τρέχουν σα σκιές ονείρατα και έρωτες δύο μικρές ψιχάλες σε ένα καιρό νεροποντής που γέρνει τις συκές [R] Φωνές απ’ το διάδρομο, μιλάει μια τσαγιέρα το τσάι είναι